28/Mar/2015

Φρυάζει τις μέρες αυτές η φιλελεύθερη “ψυχή”. Το “είναι” όλων αυτών που το έχουν ταυτίσει με το “εγώ” τους. Η συνείδηση τους γεμίζει από απελπισία για την επικείμενη κατάρρευση των κατακτήσεών τους. Μάλλον, των κεκτημένων τους. Καλύτερα, των αυτονόητών τους.

Γιατί αυτός ο κλαυθμός και ο οδυρμός; Μα γιατί η νέα αριστερή κυβέρνηση ανακοίνωσε διά του υπουργού παιδείας την πρόθεσή της να καταργήσει τα πρότυπα σχολεία, αφήνοντας σε λειτουργία μόνο τα πειραματικά. Ανακοίνωση που, σαν μικρό φυτίλι, οδήγησε κατευθείαν στην έκρηξη τα πυρά των υποστηρικτών των πρότυπων. Ξεπετάγονται μέσα από τις στήλες των συστημικών εφημερίδων και ιστοσελίδων μίγματα οργής, σοκ, θρήνου και δέος μπροστά στο φάσμα της μεγάλης απώλειας, της μεγάλης ανατροπής. Θα πει κανείς, πως η κυβέρνηση είπε κάτι το βάσιμο: Πως αφού στα πρότυπα σχολεία, σε αντίθεση με τα πειραματικά, όπως λειτουργούσαν επί δεκαετίες, δεν εισάγουν τους μαθητές τους με κλήρωση, αλλά με εξετάσεις, γίνεται σε αυτά ένα κοινωνικό φιλτράρισμα, πως είναι και πάλι, όπως και για την είσοδο στα πανεπιστήμια, τα παιδιά των οικογενειών με μεγαλύτερο οικονομικό και μορφωτικό κεφάλαιο που καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις εξετάσεις και να φοιτήσουν στα σχολεία αυτά, τα παιδιά που τους έχει προσφερθεί η δυνατότητα (αλλά και τους έχει επιβληθεί ο καταναγκασμός) να παρακολουθήσουν εντατικά φροντιστήρια και ιδιαίτερα, στα έντεκά τους χρόνια. Και πως αφού, σε αντίθεση με τα πειραματικά, δεν δοκιμάζονται σε αυτά νέες διδακτικές μέθοδοι, αλλά ακολουθούνται οι ίδιες με τα άλλα σχολεία, τότε μετατρέπονται απλώς σε μικρές γυάλες, σε σχολεία όπου εμπεδώνεται η κοινωνική ανισότητα από πολύ νωρίς. Και όχι μόνο αυτό. Εμπεδώνεται και ο ανταγωνισμός, γίνεται αυτονόητη, επειδή βιώνεται σε πολύ μικρή ηλικία, η λογική της “αριστείας”, δηλαδή της διάκρισης.

Και τι με αυτό; Σαν κοσμήματα αραδιάζουν πάνω από την περιγραφή των πρότυπων σχολείων οι θιασώτες τους τις λέξεις: Προάγουν την καινοτομία και την αριστεία. Ανεβάζουν τον πήχη της ποιότητας. Οι εξετάσεις, αντί της κλήρωσης, διασφαλίζουν την δημοκρατία, που βασικά ισούται με την αξιοκρατία, η οποία βασικά ισούται με την αντικειμενικότητα. Από την άλλη, οι λέξεις που αποδίδουν τον χαρακτήρα της αριστερής υπουργικής εξαγγελίας, μοιάζουν βγαλμένες από το ζοφερότερο μέλλον: εξίσωση προς τα κάτω, λαϊκισμός, ισοπέδωση, μαρξιστικές ιδεοληψίες, τυραννία της μετριότητας, αποθέωση της ήσσονος προσπάθειας, απαξίωση της προσπάθειας και της εργασίας, επιβράβευση της αδιαφορίας.

Αυτός ο, τύπου “Μαντάμ Σουσού”, πανικός των φιλελευθέρων, αναδεικνύει ξανά τη βασική διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Ανάμεσα στη λογική της ανατροπής αυτού του συστήματος και αυτή της διατήρησης – συντήρησής του: η Αριστερά πιστεύει στην ισότητα των ανθρώπων ως μια σχεδόν οντολογική κατάσταση που έχει αναιρεθεί και την οποία προσπαθεί διαρκώς να επαναφέρει. Η Δεξιά δεν πιστεύει στην ισότητα, πιστεύει στη διάκριση και θεωρεί πως ο κόσμος όχι απλώς έτσι είναι, αλλά έτσι πρέπει να είναι. Η μάχη γίνεται για άλλη μια φορά με τις λέξεις. Οι φιλελεύθεροι, οι άνθρωποι το ατόμου και όχι της συλλογικότητας, της τάξης τους και όχι της κοινωνίας, μιλάνε για την “αριστεία”, βαφτίζοντας έτσι τον ελιτισμό τους. Μιλάνε για “δικαιοσύνη”, βαφτίζοντας έτσι την επικράτηση του ισχυρότερου κατά τον ανταγωνισμό. Μιλάνε για την ισότητα ως “εξισωτισμό” και “μετριοκρατεία”, ακριβώς γιατί θεωρούν όλους τους άλλους “μέτριους”.

Το πιο ενδιαφέρον από όλα, όμως, είναι το ότι αυτοί οι “άριστοι” βαφτίζουν την κοινοτυπία και την απλοϊκότητα τους ως δυναμική και σοφιστικέ σκέψη. Μας λένε πως οι άριστοι υπάρχουν, έτσι κι αλλιώς, μέσα στη ζωή. Πως οι δομές αριστείας, όπως τα πρότυπα σχολεία, αναγκάζουν αυτούς που θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτές, να προσπαθήσουν και να βελτιωθούν, μέσα από τον ανταγωνισμό. Μας λένε πως δεν υπάρχει τίποτα κακό στην ανταγωνιστική προσπάθεια. Είναι αστείο. Οι σοφιστικέ φίλοι μας, καταφεύγουν σε αναλογίες που θυμίζουν κουβέντα καφενειακή. Πράγματι, στην κοινωνία υπάρχει ανταγωνισμός. Και γιατί το σχολείο ταυτίζεται με ολόκληρη την κοινωνία; Γιατί πρέπει το σχολείο να ενσωματώνει και να αναπαράγει κάθε χαρακτηριστικό της κοινωνίας; “Για να προετοιμάζει τα παιδιά για αυτήν”, θα έλεγε κανείς. Να τα προετοιμάζει μόνο για να ενσωματωθούν και όχι για να την αλλάξουν; Αυτό δεν λέγεται μόρφωση. Λέγεται συμμόρφωση. Στενή. Το σχολείο πρέπει, λοιπόν, να είναι απολογητής της κοινωνίας; Να προετοιμάζει τα παιδιά μόνο για να αποδέχονται τα βασικά της δόγματα και όχι για να δουν κριτικά και να τα αλλάξουν; “Δεν είναι αυτό το πνεύμα μας, εμείς θέλουμε να υπάρχουν τα πρότυπα σχολεία ακριβώς για να αποκτούν τα παιδιά κριτική σκέψη”, ήδη φωνάζει εναντίον μας το φιλελεύθερο κυματάκι. Πόσο μεγάλα κύματα να σηκώσει, άλλωστε, ένα ποτάμι. Και τότε, γιατί δεν θέλετε να έχουν πρόσβαση στην κριτική σκέψη όλα τα παιδιά; Γιατί να την κρατήσουμε ως μυστικό των λίγων, αυτών που καταφέρνουν να περάσουν κάποιες εξετάσεις; “Γιατί αυτό είναι το αντικειμενικό, άρα το αξιοκρατικό, άρα το δίκαιο, άρα το δημοκρατικό”. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοκρατία, δεν υπάρχει, όμως, χωρίς ισότητα. Πως μπορείς να μιλήσεις για αντικειμενικότητα, όταν εφαρμόζεις ίσα μέτρα και δοκιμασίες σε άνισους ανθρώπους;

Κι αφού θες, αγαπητέ μου φιλελεύθερε, το σχολείο να περιλαμβάνει τον ανταγωνισμό, για να είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας, γιατί θέλεις ένα τέτοιο σχολείο να είναι για τους “καλύτερους” (δηλαδή, για όσους έχουν την πρόσβαση σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα) και όχι σε παιδιά που να προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, όπως θα μπορούσε να γίνει με την κλήρωση; Σε ένα σώμα, δηλαδή, ανομοιογενές, όπως είναι η ίδια η κοινωνία; Μα, για αυτό ακριβώς. Γιατί οι φιλελεύθεροι θεωρούν πως το καλύτερο αποτέλεσμα προκύπτει από την ομοιογένεια. Γιατί για τους φιλελεύθερους η αριστεία είναι ζήτημα ατομικό. Έχει να κάνει μόνο με το πως θα συμβάλουν οι πολλοί ώστε να βελτιωθεί, διά του ανταγωνισμού, ο ένας, και ποτέ το αντίστροφο. Για την Αριστερά, όμως, για τον κληρονόμο της πιο βαθιάς ουσίας του ανθρωπισμού, η αριστεία είναι υπόθεση της κοινωνίας. Αφορά το πως οι πολλοί θα βοηθούν τους πολλούς. Αφορά όχι την εξαφάνιση της διαφορετικότητας, αλλά την αξίωσή της. Αφορά όχι την εξαφάνιση των διαφορετικών ικανοτήτων και ταλέντων των ανθρώπων, αλλά την αξιοποίησή τους, ανάγοντάς τα σε ισότιμα. Για την Αριστερά το σχολείο δεν είναι το χρησιμοθηρικό σχολείο του φιλελεύθερου ονείρου. Είναι το σχολείο που την ίδια στιγμή που αξιοποιεί τις κλίσεις των μαθητών, προσπαθεί να βελτιώσει τις ικανότητες όλων με τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, προσπαθεί να κλείσει τις αποστάσεις ανάμεσά τους, στέλνοντας τους όλους προς τα πάνω.

Για τους φιλελεύθερους, το σχολείο, όπως η ζωή, πρέπει να είναι πρωταθλητισμός. Χώρος μένει μόνο για τους δυνατούς, οι οποίοι πρέπει να συναναστρέφονται μόνο (και εδώ είναι το κλειδί, στο “μόνο”) άλλους δυνατούς, για να βελτιώνονται. Για την Αριστερά το σχολείο είναι η τρυφερότητα της κοινωνίας προς τα παιδιά. Είναι η προετοιμασία τους για έναν κόσμο που, όπως μας λέει ο Χαλίλ Γκιμπράν, αυτά θα ζήσουν κι εμείς δεν μπορούμε καν να τον υποψιαστούμε. Είναι η προετοιμασία της αλλαγής του κόσμου, η αναζήτηση όλων των ευαισθησιών και ταλέντων των παιδιών και η ενστάλλαξη άλλων τόσων. Είναι ο σεβασμός και η ανάδειξη, αλλά όχι η αποθέωση του ατόμου και της ιδιαιτερότητάς του. Είναι η διαρκής βελτίωση τους ενός, η διαρκής αναζήτησης της υψηλότερης κορυφής, το διαρκές κάλεσμα από μια “άλλη πλάση ξελογιάστρα”, αλλά μέσα από τη βελτίωση και την αναζήτηση όλων. Εμείς, για αυτά ήρθαμε ως εδώ.